Friday, 05 May 2017 11:02

Στο εδώλιο ο υπαρχηγός Αστυνομίας Ανδρέας Κυριάκου

Written by 

Ο υπαρχηγός Αστυνομίας Ανδρέας Κυριάκου, κατηγορήθηκε χθες από τους ποινικούς ανακριτές και οδηγείται στο δικαστήριο για τη διαρροή προς τα ΜΜΕ του περιεχομένου φακέλου της Interpol για τα σχεδιαζόμενα εγκλήματα από Σέρβους εκτελεστές, καθώς και για μελέτη για τη διαφθορά στην Αστυνομία, την οποία ανέμιζε στη Βουλή η βουλευτής Ειρήνη Χαραλαμπίδου και την επομένη είδε το φως της δημοσιότητας. Χθεσινή ανακοίνωση της Νομικής Υπηρεσίας αναφέρει ότι με βάση το πόρισμα των τριών ανεξάρτητων ποινικών ανακριτών που είχε διορίσει ο Γενικός Εισαγγελέας, στοιχειοθετείται ποινική υπόθεση για τον υπαρχηγό της Αστυνομίας Ανδρέα Κυριάκου. Παράλληλα, με βάση το πόρισμα, η Νομική Υπηρεσία εισηγείται τη διεξαγωγή πειθαρχικής έρευνας εναντίον αρκετών μελών της Αστυνομίας, μεταξύ των οποίων του βοηθού αρχηγού επιχειρήσεων Λάμπρου Θεμιστοκλέους, ενός ανώτερου υπαστυνόμου, ενός υπαστυνόμου αλλά και ενός δεσμοφύλακα.

ΤΑ ΑΔΙΚΗΜΑΤΑ. Οι τρεις κατηγορίες που απαγγέλθηκαν χθες στις 12:30 μ.μ. στον υπαρχηγό Αστυνομίας Ανδρέα Κυριάκου, αφορούν παραβίαση υπηρεσιακού απορρήτου στη βάση του άρθρου 135 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 καθώς επίσης και για το συναφές αδίκημα του άρθρου 16 του περί Κανονισμών Ασφαλείας Διαβαθμισμένων Πληροφοριών, Εγγράφων και Υλικού και για Συναφή Θέματα Νόμου του 2002 – Νόμος αρ. 216(Ι)/2002». Για τη διαρροή του περιεχομένου του φακέλου της Interpol, επισημαίνεται στο πόρισμα ότι το μόνο πρόσωπο που θα μπορούσε να διενεργήσει τη διαρροή εμπιστευτικών και ευαίσθητων πληροφοριών προς τα ΜΜΕ ήταν ο υπαρχηγός της Αστυνομίας Ανδρέας Κυριάκου. Ο κατηγορούμενος υπαρχηγός της Αστυνομίας αρνήθηκε ενοχή στις κατηγορίες τις οποίες του απήγγειλαν χθες οι ανακριτές.

ΣΧΕΣΕΙΣ ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΩΝ ΜΕ ΚΑΛΟΨΙΔΙΩΤΗ.
Σε ό,τι αφορά το θέμα ύποπτων σχέσεων μελών της Αστυνομίας Κύπρου με θεωρούμενα ως εγκληματικά στοιχεία, στο πόρισμα των ανακριτών αναφέρεται πως από διάφορα στοιχεία μαρτυρίας, προέκυψε ότι 4 μέλη της αστυνομικής δύναμης, ήτοι 3 αστυφύλακες και ένας αναπληρωτής λοχίας, εδώ και αρκετά χρόνια, διατηρούσαν στενές φιλικές σχέσεις με τον δολοφονηθέντα στον τετραπλό φόνο της Αγίας Νάπας, επιχειρηματία Φ. Καλοψιδιώτη.
Από αριθμό καταθέσεων, από ενημερωτικά δελτία και από άλλα έγγραφα της Αστυνομίας αλλά και από συλλεγείσες πληροφορίες, προκύπτει ότι κάποια από τα μέλη αυτά της Δύναμης φαίνεται να διατηρούσαν και επαγγελματικής φύσεως σχέσεις με τον ίδιο επιχειρηματία, όπως είναι η παροχή προς αυτόν υπηρεσιών προσωπικής ασφάλειας και η διαχείριση επιχειρηματικών δραστηριοτήτων σε υποστατικά που του ανήκαν. Οι πληροφορίες αναφορικά με αυτές τις σχέσεις και διασυνδέσεις των μελών της Δύναμης ήσαν σε γνώση της Αστυνομίας από το 2011, προστίθεται.
Παρά ταύτα, πλην της επιβολής σε κάποια από αυτά τα μέλη της Δύναμης πειθαρχικών ποινών σε παρεμφερή ζητήματα και μεταθέσεων προς τον σκοπό της απομάκρυνσης τους από την εστία αυτής της σχέσης, διαπιστώνεται ότι δεν διενεργήθηκε ποτέ σοβαρή και επίσημη διερεύνηση του ενδεχομένου διάπραξης από αυτούς αδικημάτων ποινικής ή πειθαρχικής φύσεως, σημειώνεται στην ανακοίνωση.

ΑΠΡΟΘΥΜΙΑ ΝΑ ΔΩΣΟΥΝ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ.
«Δυστυχώς η μη έγκαιρη διερεύνηση από την Αστυνομία ή η ελλιπής διερεύνηση της απαράδεκτης αυτής κατάστασης πραγμάτων, δυσχέραναν ιδιαίτερα τη στοιχειοθέτηση συγκεκριμένων ποινικών αδικημάτων. Η διαχρονική απροθυμία επίσης άλλων μελών της Δύναμης όπως δώσουν πληρέστερη μαρτυρία ως προς αυτά τα θέματα, δεν ήταν βοηθητική, με αποτέλεσμα τα διαθέσιμα στοιχεία εναντίον των ατόμων τούτων να παραμείνουν στο επίπεδο απλών πληροφοριών και/ή μαρτυρίας η οποία δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή από ποινικό δικαστήριο ή θα είναι εξαιρετικά μειωμένης βαρύτητας», επισημαίνεται στην ανακοίνωση της Νομικής Υπηρεσίας.
Προστίθεται πως «επισταμένη μελέτη των καταθέσεων που έχουν ληφθεί τόσο αρχικά όσο και συμπληρωματικά από τους ανακριτές, καταδεικνύει ότι για τη στοιχειοθέτηση συγκεκριμένων ποινικών αδικημάτων εναντίον των προαναφερθέντων αστυνομικών, παρατηρούνται σημαντικά κενά ως προς την απόδειξη απαραίτητων στοιχείων των αδικημάτων. Τέτοια στοιχεία είναι π.χ. η απόδειξη σχέσης εργοδοσίας, η ύπαρξη μαρτυρίας για αμοιβή ή αντάλλαγμα, η ενδεχόμενη λόγω παρανομία οπλοφορίας κ.λπ.».

ΕΣΤΩ ΚΑΙ ΤΩΡΑ.
«Με αυτά τα δεδομένα και προς τον σκοπό της αντιμετώπισης της συμπεριφοράς αυτής μελών της Δύναμης όπως διαφαίνεται από τη μαρτυρία, υποβάλλεται έντονη εισήγηση προς την ηγεσία της Αστυνομίας, όπως έστω και καθυστερημένα, παρά τις εγγενείς δυσκολίες, εγκύψει σοβαρά επί του θέματος τούτου και προβεί σε διερεύνηση του ενδεχομένου διάπραξης πειθαρχικών αδικημάτων από τα μέλη αυτά της Δύναμης. Η ανεκτικότητα η οποία επιδείχθηκε για σειρά ετών συνέτεινε στη συνέχιση της προκλητικής τους συμπεριφοράς δεν πρέπει κατ’ ουδένα λόγο να συνεχίσει, δίδοντας λανθασμένα μηνύματα προς τους ίδιους και προς άλλα μέλη της Δύναμης», αναφέρεται.

ΔΙΑΡΡΟΗ ΚΑΙ ΤΗΣ ΜΕΛΕΤΗΣ ΓΙΑ ΤΗ ΔΙΑΦΘΟΡΑ.
Σε ό,τι αφορά τη διαρροή της μελέτης με τίτλο «Η πρόληψη και αντιμετώπιση της διαφθοράς στην Αστυνομία Κύπρου» ημερ. 20.1.2015, σημειώνεται πως «η μελέτη αυτή ετοιμάστηκε κατόπιν οδηγιών του νυν αρχηγού της Αστυνομίας, από πενταμελή επιτροπή, με πρόεδρο τον βοηθό αρχηγό Στ. Παπαθεοδώρου και παραδόθηκε στον ίδιο τον αρχηγό στις 20.1.15. Αν και δεν είχε ειδικά διαβαθμιστεί η μελέτη, εντούτοις θεωρείται ως υπηρεσιακό έγγραφο το οποίο τυγχάνει χειρισμού ενδοϋπηρεσιακά και μόνο για υπηρεσιακούς σκοπούς».
«Παρά ταύτα, στις 5.7.2016, βουλευτής επεδείκνυε αντίγραφο της μελέτης κατά τη συζήτηση θεμάτων Αστυνομίας ενώπιον της κοινοβουλευτικής Επιτροπής Θεσμών, Αξιών και Επιτρόπου Διοικήσεως. Επίσης, την επόμενη δημοσιεύτηκαν σε καθημερινή εφημερίδα αποσπάσματα από τη μελέτη την οποία κατείχε η βουλευτής», αναφέρεται.
Προστίθεται πως «από το σύνολο της συλλεγείσας άμεσης και περιστατικής μαρτυρίας φαίνεται να εμπλέκεται στο θέμα της διαρροής ο υπαρχηγός της Αστυνομίας κ. Α. Κυριάκου. Υπό τις περιστάσεις, στοιχειοθετείται το ποινικό αδίκημα του άρθρου 135 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 για Παραβίαση Υπηρεσιακού Απορρήτου, σε σχέση με το οποίο δικαιολογείται η δίωξή του».

ΟΙ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΙΝΤΕΡΠΟΛ ΣΕΡΒΙΑΣ.
Σε ό,τι αφορά τη διαχείριση από την Αστυνομία Κύπρου των πληροφοριών που λήφθηκαν από την Interpol Σερβίας, αναφέρεται πως εμπλεκόμενοι αξιωματικοί της Κυπριακής Αστυνομίας στον χειρισμό των πληροφοριών που λήφθηκαν από την Interpol Σερβίας περί «συμβολαίου θανάτου» ήσαν ο υπαρχηγός της Αστυνομίας, ο βοηθός αρχηγός Επιχειρήσεων, ένας ανώτερος υπαστυνόμος και ένας υπαστυνόμος.
«Τα συμπεράσματα που προκύπτουν από τη μελέτη του μαρτυρικού υλικού είναι ότι αν και είχαν ληφθεί συγκεκριμένες και σημαντικές πληροφορίες από τις σερβικές αρχές, εντούτοις αυτές δεν προσεγγίστηκαν με τη δέουσα σοβαρότητα και δεν διερευνήθηκαν επαρκώς, επιμελώς ή καθόλου. Παρατηρούνται συναφώς παραλείψεις και/ή εσφαλμένοι χειρισμοί», προστίθεται.
Επίσης αναφέρεται πως «δεν διαπιστώνεται η ύπαρξη μαρτυρίας που να καταδεικνύει ότι οι πιο πάνω πράξεις και/ή παραλείψεις έγιναν εσκεμμένα ούτως ώστε να στοιχειοθετούνται ποινικά αδικήματα, πλην όμως συγκεκριμένες πράξεις ή παραλείψεις των προαναφερθέντων αξιωματικών, δυνατόν να συνιστούν πειθαρχικά αδικήματα» και πως εναπόκειται στον αρχηγό Αστυνομίας να επιληφθεί.

Ο ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΠΟΥ ΤΗΛΕΦΩΝΗΣΕ ΣΤΟΝ ΣΕΡΒΟ ΕΚΤΕΛΕΣΤΗ.
Για την τηλεφωνική επικοινωνία μέλους της Interpol Κύπρου με Σέρβο οργανωτή εγκλήματος, αναφέρεται πως μετά από σχετική παράκληση της Κυπριακής Αστυνομίας προς την Interpol Σερβίας όπως της παρασχεθούν κάποια συγκεκριμένα τηλεπικοινωνιακά στοιχεία, η δεύτερη παρέσχε το όνομα Σέρβου πολίτη, ο οποίος θεωρείτο ως οργανωτής φόνου και στον οποίο ανήκε συγκεκριμένος αριθμός τηλεφώνου.
«Αστυφύλακας της Interpol Κύπρου, χειριστής της επικοινωνίας με την Interpol Σερβίας, πήρε στο τηλέφωνο τον Σέρβο οργανωτή στον αριθμό που είχε καταγράψει σε χαρτί άλλη συνάδελφός του και στο οποίο καταγράφονταν επίσης οι λέξεις «Interpol Βελιγραδίου», πιστεύοντας, όπως ανέφερε, ότι επικοινωνούσε με την Interpol Σερβίας. Αυτή η πράξη προκάλεσε ασφαλώς διάφορες επιπλοκές και τις δικαιολογημένες αντιδράσεις των σερβικών αρχών», σημειώνεται.
Όπως αναφέρεται «από την όλη συμπεριφορά του Κύπριου μέλους της Αστυνομικής Δύναμης και από το σύνολο της μαρτυρίας, δεν διαπιστώνεται η διάπραξη ποινικού αδικήματος, πλην όμως γίνεται εισήγηση προς την ηγεσία της Αστυνομίας όπως εξετάσει το ενδεχόμενο διάπραξης πειθαρχικών αδικημάτων εναντίον του».

Read 9205 times

Leave a comment

Make sure you enter the (*) required information where indicated. HTML code is not allowed.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ...

Η ΕΚΔΟΣΗ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ

ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΕΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ

 

Sport Day